ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΘΑ ΦΟΡΩ

Στον τόπο όπου γεννήθηκα φυτρώνει η μέντα και ο δυόσμος. Στο κιούπι τους αγκυροβόλησαν οι ρίζες μου. Μα εγώ το μαύρο θα φορώ, μαύρο σαν τον κλειδούχο του θανάτου. Πενθώ για ένα άδειο σπίτι στον πέτριν…

Το Ταξίδι

Μία βάρκα είναι σε ταξίδι γεμάτη κόσμο θλιμμένο, σκυθρωπό. Πού να πηγαίνουν άραγε ετούτοι και τι σημάδι έχουν στο μυαλό; Μήπως σαλπάρουν για τον άλλο κόσμο ή μήπως ψάχνουν διαρκώς το λυτρωμό; Σε βράχι…

ΘΕΑΤΡΙΚΟ «Ο ΞΕΝΟΣ»

ΘΕΑΤΡΙΚΟ «Ο ΞΕΝΟΣ» ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (Βράδυ. Φτωχική κρεβατοκάμαρα σε ημιυπόγειο. Διπλό κρεβάτι που πάνω του βρίσκονται ξαπλωμένες δυο γυναίκες. Η μία γύρω στα σαράντα και η άλλη περίπου είκοσι χρονών. Μάνα…

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΟΔΥΝΗΣ

Σχόλασες νωρίς πατέρα έκτη του Ιούλη, της αγίας οδύνης, την ίδια ώρα που σχόλασε και η νύχτα από τη βάρδια της. Με μια συγκατάβαση στην αποβάθρα της ζωής έλαβες θέση στον άυλο χρόνο -ανυποψίαστος θαρρ…

Το ταξίδι

Γεννήθηκα μέσα στην κάψα του Ιούλη, μεσημέρι, πάνω στο μέτωπό του ενώ εκείνος περπατά ακόμα μέσα σε σκονισμένους δρόμους. Διασχίζω το μάγουλό του νιώθοντας τη θέρμη του ήλιου, το ράπισμα του αέρα, πασ…

Μοναξιά

Γελασμένοι έρωτες απλώθηκαν στην πόλη, αγκαλιάζουν τα κορμιά των μεθυσμένων απ’ τη ρουτίνα ανθρώπων, ξεγελάνε τις ηδονές του χθες σε παράθυρα με τραβηγμένες κουρτίνες, σε σκοτεινά σοκάκια, σ’ απόμερες…

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ, ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

Την κοίταξε χωρίς να τη βλέπει. Ένα πράγμα αναλογιζόταν: από ολάκερη Πολιτεία μόνο το αδειανό πουκάμισο έμεινε, γιατί ακριβώς αυτό ήτανε από την αρχή. Εκείνη, εμφανώς θυμωμένη, ζήτησε εξηγήσεις. Ωστόσ…

ΤΟ ΝΗΣΙ

Της άγριας νύχτας ναυαγός, σ’ ένα νησί με ξέβρασαν τα κύματα. Μιας πρώιμης αυγής είδα το φως. Ρίζωσαν μέσα μου τα πρώτα αισθήματα. Σα Ροβινσώνας έστησα ζωή απ’ την αρχή. Την τύχη μου αρμέν…

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ζούμε καιρούς αλλώκοτους. Το καζάνι του κόσμου κοχλάζει κι ο βρασμός σκάβει τα κατακάθια στον πάτο του. Τ’ αναταράζει. Τα τινάζει κομμάτια στην επιφάνεια. Ύστερα πάλι τα γυρίζει, τ’ανακατώνει, τα σπρώ…